Posts Tagged ‘χαρακτηροανάλυση

06
Ιον.
13

Ο μύθος του κυρίου Κάππα

Θαρραλέος εις την παρουσία των στραβών της κοινωνίας

δυσαρεστείται και παρρησία κατακρένει

.

Επιπληττόμενος για τούτο από τους ανόητους

και από τους πλάνους ερεθίζεται και αποστομώνει

.

Επειτα καταδιωκόμενος, εξεγείτεται

.

Στεναχωρεμένος, μεγαλώνει χτυπά θραύει

.

Εμφορείται από θεία οργή και

δεν υποχωρεί παρά εις την

ανώτερη άγρια δύναμη

.

Μωροί υπέρμαχοι της στασιμότητας

φονεύσετε αν θέλετε τον καινοτόμο,

αλλά να ξέρετε ότι,

ο φόνος του καινοτόμου είναι

η εγκαινίαση των βασανισμών

.

Προσκαλείται σε τιμητικό αξίωμα

και με λυγμούς κραυγάζει:

«Ζητώ να φαίνομαι χειρότερος»,

όταν βρίσκεται με φίλους πασχίζει

να γίνεται δυσάρεστός

.

Ηρεμος, γλυκότροπος έτοιμος

να υποταχθει έτοιμος

να ευχαριστήσει, με

όλα όσα ο ωκεανός του χάρισε.

.

Λένε πως να υποχρεώσει προσπαθεί

με τις εγκάρδιες ευγενικές περιποιήσεις

νομίζουν ότι αρέσκεται στην κολακία

ακριβως επειδή τα φερσίματα του τα μιμείται ο κόλακας

.

Είναι ατυχής στις σχέσεις με τους άλλους

είναι ευτυχής στις σχέσεις του με τον εαυτό του

και ο εαυτός του είναι Κόσμος και εκείνος και κόσμος

περισσότερου ενδιαφέροντος και περισσότερης αξίας

.

Ανθρωπος της στιγμής

οφελήσου από τον άνθρωπο της στιγμής,

εις τη στιγμή

Αλλιώς τον έχασες

.

Ωρες ώρες τον πνευματώδη επαγγέλεται

έτσι για να τους τη σπάει, να δει

μέχρι πότε θα χειροκροτάνε ή γελώντας τον σαρδόνιο γέλωτα

θα τον υπομένουν, γιατί,

un sot trouve toujours un plus sot qui l’admire

.

Αν οργισμένο τον εδείς με τίποτα να μην τον ενοχλίσεις

μήτε για να του πείς καλημέρα

είναι μπαρούτι που ψάχνει τη σπίθα του

.

Μείνε μακριά μου υποκριτή

όλα τα είδη της αρετής τα προσποιείται ο υποκριτής

είσαι υποκριτή ηθοποιός, φύσει ηθοποιός μέσα στον κόσμο

σπανίως αστιεύεσαι, σπανίως χορεύεις

.

Απλός είναι και διαφανής

για να τον βλέπετε μέσα και έξω

.

Επιθυμεί τους ανθρώπους ευτυχείς

και η δυστυχία του καθενός είναι δικιά του δυστύχία

Μονάχα όταν ξεκουράζεται, σκέφτεται:

«κρίμα και καταισχύνη για την ανθρωπότητα που οδηγεί τέτοιους ανθρώπους στο κώνειο ή την κρεμάλα»

.

Λυπάται όταν η αγαπημένη του

γίνεται τύραννος του

η σύντροφος του

δεσμοφύλακας

.

Ηταν έγκλημα για’κείνη, κάθε αθώα

του ευγένεια προς άλλη οιανδήποτε δεσποινίδα

.

Κι όμως μέσα απο τούτο κυλούσε

μιαν υπέρμετρή μέριμνα της για’κείνον

αιώνια και αδιάκοπή, το πιό μελωδικό

καδριοχτύπι

.

Ω, μια τέτοια συντρόφισσα

θα ήταν θησαυρός για κάποιον,

αρκεί να γνώρίζε να οφελείται

από την αγάπη της

.

Πίκρα λαμβάνει όταν φεύγεις

ευχαρίστηση όταν σε δέχοται

κενό το σπίτι κενή και η καρδιά

όταν αποχωρείς

.

Καμιά φορά μεθάω

ανάξιος της ανθρώπινης μορφής μου

κτηνώδη τρομερή μου ύπαρξη

ξεγλυστράς και συ από το βούρκο

της ματαιότητας μου

.

Στων νοικοκυραίων τα μαντριά

πάντα τούτο κάνει, βλαστημάει

τι κτηνωδία, τα ιερότερα της ανθρωπότητας

για’κείνους: θεό και οικογένεια,

συγχωρέστε με

.

Αφηρημένος,

γδύνεται για να κοιμηθεί και

βυθίζει το ρολόι του μέσ’την λεκάνη

την αυγή σαστίζει πως στο διάολο το ρολόι

είναι μέσ’την σαπουνάδα

Βγαίνει να ψωνίσει μα έχει στο νου του

την Παρισινή Κομμούνα του 1871,

περνάει από την αγορά χωρίς να την προσέξει

.

Συχνα τρώει συχάντερα και αποτρόπαια

Ασυνεπείς και ασυνάρμοστα συμπλεκόμενες

οι ομιλίες του,

όλα όσα σας παρασταίνει εσάς ο ύπνος

τα βλέπεται σε πράξη από κείνον

.

Εχω στη φαντασία μου Κόσμο δικό μου

μέσ’τον οποίο υπάρχω, το πνεύμα γίνεται σώμα

Ανθρωποι όμως σαν και’μένα, σαν και’μάς είμαστε ξένοι

σε αυτόν τον κόσμο

Και μέσ’τις ακροβασίες μας γινόμαστε και παράξενοι

και στους εαυτούς μας επιζήμιοι

.

Μη προσπαθήσετε να μας μιμηθείτε

19
Μάι.
13

Φόβου Μονόλογος

Φοβάμαι τους ανθρώπους°

φοβάμαι τους πτωχούς τω πνεύματι

και τους καλούς σαμαρείτες

τα δάκρυα χαράς απ΄τις

κομματιασμένες κλειτορίδες.

 

Φοβάμαι την απόλαυση

που οδηγεί στα κρεματόρια

της λήθης, την εξουσία των Νεκρών

το χρώμα της δουλείας

τα ασπρόμαυρα μυαλά και τους κουβαλητές τους.

 

Πιο πολύ φοβάμαι, τους φοβισμένους°

φοβάμαι που τι φοβούνται δε γνωρίζουν, γιατί

στου φόβου εκπαιδεύτηκαν την κατανάλωση.

 

Φοβάμαι ότι θα έρθει, ότι είναι

και ότι υπάρχει, φοβάμαι που η φαντασία μου

τη σκέψη αντιγράφει.

 

Φοβάμαι του χάους την ουρά

που, που και που με μαστιγώνει

φοβάμαι τη ζωη μα πιο πολύ το θάνατο

ή μηπως είν’ το ανάποδο.

 

Φοβάμαι και μισώ τον ίδιο μου

τον εαυτό, που άνθρωπος γεννήθηκα

και άνθρωπος θα πεθάνω.




Follow Philosophy of the K on WordPress.com